Πηγές ύδρευσης


1.Σχισμένη Πέτρα: Νότια του χωριού σε απόσταση λιγότερη από 1000 μέτρα σε ευθεία γραμμή, βρίσκετε η από την αρχαιολογική υπηρεσία διατηρητέα κρήνη της σχισμένης πέτρας. Η κρήνη αυτή είναι ένα περίτεχνο έργο της οθωμανικής περιόδου και χαρακτηριστικό δείγμα της οθωμανικής τέχνης. Το όνομά της η κρήνη το πήρε από το χαρακτηριστικό της ιδίωμα να μην υπάρχει πέριξ πηγή από την οποία να αναβλύζει το νερό αλλά το γεγονός ότι το νερό αναβλύζει μέσα από το σχίσιμο μιας πέτρας. Ο βράχος που υπάρχει στο πίσω μέρος της κρήνης αν και δεν έχει κάποια ένδειξη για ύπαρξη νερού, εκείνος καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (ολιγότερο όπως είναι φυσικό το χειμώνα) αναβλύζει το κρυστάλλινο νερό του το οποίο τη μεν διάρκεια του χειμώνα δεν είναι υπερβολικά κρύο και την περίοδο του θέρους είναι ικανοποιητικά δροσερό. Από τον τρόπο, λοιπόν, με τον οποίο αναβλύζει το νερό η κρήνη πήρε και το όνομά της. Τα χαρακτηριστικά της είναι εκείνα τα κλασσικά της οθωμανικής, όπως προείπαμε, περιόδου. Καμαροειδή με πελέκι και ιδιαίτερο λαξευτό στόλισμα στην κορυφή της καμάρας. Εσωτερικά υπάρχει εσοχή λαξευτή που προοριζόταν για να τοποθετούνται αντικείμενα όπως ο «κουνενός» (το ποτήρι). Στις δύο πλευρές της κρήνης, δεξιά και αριστερά της γούρνας, υπάρχουν δύο πλουμιά στο κλασσικό δείγμα μορφής λουλουδιού που παρατηρούμε σε όλα τα οθωμανικά κομψοτεχνήματα. Πέρα από τη μικρή γούρνα, που χρησιμοποιούνταν για να πίνουν νερό οι άνθρωποι, υπάρχει στο κάτω μέρος της μεγαλύτερη γούρνα για να πίνουν τα ζώα αλλά και να χρησιμοποιείται για την πρόχειρη συλλογή νερού για χρήσεις όπως το πλύσιμο των ρούχων και των σεντονιών περισυλλογής του ελαιοκάρπου. Λίγα μέτρα από την πηγή υπάρχουν τρεις μεγάλες κυκλικές στέρνες οι οποίες λαμβάνουν νερό από την σχισμένη πέτρα και το νερό αυτό χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια περιβολιών μέχρι και πριν από μερικά χρόνια. Οι τρεις αυτές δεξαμενές είναι χτιστές και όχι λαξευτές όπως η κύρια κατασκευή της κρήνης και είναι εμφανώς νεότερες από την ίδια την κρήνη.
Όλη η κρήνη είναι κατασκευασμένη από την πέτρα της περιοχής και είναι σμιλευτή πέτρα στο μπροστινό μέρος. Τα δύο πλάγια τοιχία είναι κτιστά με τον κλασσικό τρόπο από πέτρα και πηλό. Στο δεξιό τοιχίο υπάρχει μικρή θύρα από την οποία είναι δυνατή η θέα της σχισμής του βράχου από την οποία αναβλύζει το νερό. Γενικά θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κρήνη σαν ένα από τα πιο αξιόλογο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής δημιουργίας στον τομέα της κατασκευής κρηνών. Το οποίο ισχυροποιεί τη θεωρία για τη κτήση του χωριού την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη.
2. Πέρα κηπούλι: Απλοϊκό όνομα που όμως περιγράφει με σαφήνεια το είδος της πηγής. Λίγα μέτρα πριν την είσοδο του χωριού υπάρχει χώρος καλλιέργειας περιβολιών και ειδικότερα κηπευτικών. Στην κρητικό ανατολικό ιδίωμα η λέξη κηπούλι εννοεί τον μικρό κήπο, στην περιοχή αυτή από τα παλαιότερα χρόνια πολλοί κάτοικοι του χωριού διατηρούσαν περιβόλια με κηπευτικά πέρα από το γεγονός αυτό και εξαιτίας της κειμένης γειτνίασης με τον οικισμό ακόμα και στις μέρες μας η χρήση του νερού για πόση είναι κάτι το συνηθισμένο πόσο δε μάλλον τα παλαιότερα χρόνια που η έλλειψη πόσιμου νερού ήταν αισθητή, ειδικότερα τους θερινούς μήνες.
Αρχιτεκτονικά η πηγή δεν έχει τίποτα να επιδείξει. Πέρα από το γεγονός ότι είναι κτιστός λίθινος τοίχος από τον οποίο εξέρχεται το νερό με την ίδια ένταση τόσο τους χειμερινούς όσο και τους θερινούς μήνες.
3.Φλέγα: Προερχόμενη ονομασία από την λέξη φλέβα όπου στο τοπικό ιδίωμα της κρητικής διαλέκτου σημαίνει την πηγή του νερού. Μερικά μέτρα από το χωριό στο δρόμο προς το Σελί για τα Κρυά υπάρχει η φλέγα, η ποσότητα νερού που εξέρχεται καθ’ όλη την περίοδο του έτους είναι ικανή για την κτηνοτροφία αλλά και για τα παρακείμενα περιβόλια. Το νερό έχει την ίδια θερμοκρασία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους γεγονός που πολλές φορές προξενεί την περιέργεια. Και η φλέγα αρχιτεκτονικά δεν έχει κανένα αρχιτεκτονικό ιδιόμορφο.
4.Η πηγή του Χωριού: Από τις διηγήσεις των παλαιοτέρων μέχρι και το 1919 το χωριό δεν είχε μια πηγή από την οποία υδροδοτήτω και εξασφάλιζε το λόγο νερό των παρακείμενων πηγών αλλά και των πολλών εξορυγμένων πηγαδιών τροφοδοτούσε τις ανάγκες για υδροδότηση ανθρώπων και ζώων αλλά παράλληλα ικανοποιούσε τις καθημερινές ανάγκες για την καλλιέργεια των οπωροκηπευτικών. Το 1919 οι έντονες ανάγκες φάνηκε ότι ήταν σημαντικές και οι κάτοικοι απεφάσισαν την εξόρυξη πηγής που θα υδροδοτούσε τον οικισμό μέσα από τις δύο κρήνες που κατασκεύασαν αργότερα. Η εξόρυξη έγινε σε σημείο όπου οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι μπορεί να υπάρχει πηγή και ήταν ανάμεσα σε ρυάκι. Όταν το βάθος του πηγαδιού έφτασε σε ικανοποιητικό βαθμό διερχόμενος περαστικός διαπίστωσε ότι η εξόρυξη γινόταν χωρίς κανένα προστατευτικό μέτρο και χωρίς να έχει τοποθετηθεί κανένα στήριγμα για την αποφυγή πιθανής κατολίσθησης και αποτέλεσμα το θάνατο των εργατών. Γεγονός είναι ότι η πηγή αυτή μέχρι και την δημιουργία του διχτύου υδροδότησης το 1985 και πολύ αργότερα το 1990 όπου στο δίχτυο μπήκε νερό από γεώτρηση, η πηγή αυτή ήταν η μόνη που έδινε νερό στο χωριό για την ικανοποίηση όλων των αναγκών. Μέσα στον οικισμό κατασκευάσθηκαν δύο κρήνες η μια μεγαλύτερη δεχόταν το νερό από την πηγή και το έστελνε σε μια μικρότερη στο κάτω μέρος του οικισμού που χρησιμοποιείτο κατά κύριο λόγο μόνο για πόση. Στην Μεγάλη βρύση λάμβαναν τα περισσότερα γεγονότα ζωή. Από την εξασφάλιση πόσιμου νερού, μέχρι το πότισμα των ζώων αλλά και το πλύσιμο ρούχων, ελαιοδιχτύων και τσουβαλιών μετά το τέλος της συγκομιδής των ελιών και της σταφίδας. Φυσικά τα κουτσομπολιά, τα νέα και οι καβγάδες έβρισκαν πάντα πρόσφορο έδαφος και η βρύση πολλές φορές καλούνταν να πλύνει τροπές η και να αποκαταστήσει την τάξη. Η βρύση έπαψε ουσιαστικά να χρησιμοποιείται, το καλοκαίρι δε να μην τροφοδοτείται με νερό το 1985 όταν έγινε κεντρική εγκατάσταση υδροδότησης για τον οικισμό.